HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απόσταση | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/aˈpo.sta.si/

Ορισμοί

  1. το μήκος του ευθύγραμμου τμήματος που συνδέει δύο σημεία
  2. αυτό που πρέπει να διανύσει κανείς για να πάει από ένα σημείο σε άλλο με δεδομένο το υπάρχον οδικό δίκτυο (εκφρασμένο σε μονάδες μήκους)
  3. το διάστημα χρόνου που χωρίζει δύο χρονικά σημεία
  4. η διαφορά ανάμεσα σε δύο πράγματα
  5. η ψυχική ή / και κοινωνική απομάκρυνση ενός ατόμου από άλλου
    figuratively
  6. η στάση της επιφύλαξης
    plural

Ισοδύναμα

English interval range

Παραδείγματα

“η απόσταση Αθήνας - Θεσσαλονίκης είναι 515 χιλιόμετρα”
“(κατ’ επέκταση) ο χρόνος που απαιτείται”
“υπάρχει μεγάλη απόσταση από την εξαγγελία μέχρι την υλοποίησή της”
“μετά την απιστία η απόσταση ανάμεσα στο ζευγάρι μεγάλωσε”
“αποστάσεις από τις δηλώσεις του υπουργού κράτησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απόσταση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course