Meaning of απόσταση | Babel Free
/aˈpo.sta.si/Ορισμοί
- το μήκος του ευθύγραμμου τμήματος που συνδέει δύο σημεία
- αυτό που πρέπει να διανύσει κανείς για να πάει από ένα σημείο σε άλλο με δεδομένο το υπάρχον οδικό δίκτυο (εκφρασμένο σε μονάδες μήκους)
- το διάστημα χρόνου που χωρίζει δύο χρονικά σημεία
- η διαφορά ανάμεσα σε δύο πράγματα
-
η ψυχική ή / και κοινωνική απομάκρυνση ενός ατόμου από άλλου figuratively
-
η στάση της επιφύλαξης plural
Παραδείγματα
“η απόσταση Αθήνας - Θεσσαλονίκης είναι 515 χιλιόμετρα”
“(κατ’ επέκταση) ο χρόνος που απαιτείται”
“υπάρχει μεγάλη απόσταση από την εξαγγελία μέχρι την υλοποίησή της”
“μετά την απιστία η απόσταση ανάμεσα στο ζευγάρι μεγάλωσε”
“αποστάσεις από τις δηλώσεις του υπουργού κράτησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.