Meaning of ικανός | Babel Free
/i.kaˈnos/Ορισμοί
- που έχει ικανότητες
- που μπορεί να κάνει κάτι, που είναι σε θέση να κάνει κάτι
- που μπορεί και δε διστάζει να κάνει κάτι έξω από τα συνηθισμένα μέτρα
- που κρίνεται ότι είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία
- αρκετά μεγάλος σε ποσότητα, σε δύναμη, αρκετός για κάτι
Παραδείγματα
“είναι ικανός στη δουλειά του και όλοι τον εκτιμούν”
“του έχω εμπιστοσύνη, είναι ικανός να πετύχει τους στόχους του”
“είναι ικανός να φάει ολόκληρο βόδι στην καθισιά του”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.