HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διαταγή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ði̯a.taˈʝi

Ορισμοί

  1. γραπτό ή προφορικό κείμενο με το οποίο άτομο ή ομάδα ή φορέας απευθύνεται σε έναν κατώτερο και του αναθέτει ένα έργο που πρέπει αυτός υποχρεωτικά να διεκπεραιώσει ή του απαγορεύει να κάνει συγκεκριμένα πράγματα
  2. : το δικαίωμα που έχει κάποιος να διατάζει, η διοικητική ευθύνη, η αρχηγία
    plural
  3. διαταγή πληρωμής: γραπτή εντολή προς την τράπεζα για την πληρωμή ενός ποσού

Ισοδύναμα

Españolorden
Françaisordreordré
9 more languages
Češtinapříkaz
Magyarparancs
Italianoordine
Polskirozkaz
Portuguêsmando
Românăordin
Српскинаредба
Svenskaorder

Παραδείγματα

“στρατιωτική διαταγή - διαταγή του προέδρου - αυστηρή διαταγή”
“Οι Αμερικανοί στις διαταγές τώρα των Ιρακινών... ' (τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 3 Ιανουαρίου 2009)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διαταγή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free