Meaning of επικεφαλής | Babel Free
/e.pi.ce.faˈlis/Ορισμοί
κατέχοντας την αρχηγική, ηγετική, κυβερνητική ή/και καθοδηγητική θέση, στην πρώτη θέση ή σειρά
Παραδείγματα
“η Γαλλία αρχίζει να τίθεται ατύπως επικεφαλής στα θέματα αμύνης έναντι των υπολοίπων εταίρων της”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.