Meaning of βάθος | Babel Free
/ˈva.θos/Ορισμοί
- η διάσταση μιας κοιλότητας από το πάνω στόμιό της προς τα κάτω
- η απόσταση από την επιφάνεια έως τον βυθό
- η οριζόντια διάσταση μιας κοιλότητας όπως φαίνεται από το μπροστά στόμιό της
- το (μαθηματικό) σύνολο των χαρακτηριστικών που (συν)αποτελούν μια έννοια
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η λίμνη έχει μεγάλο βάθος.”
The lake is very deep.
“Το σπήλαιο έχει ανυπολόγιστο βάθος.”
The cave has an unknown depth.
“το βάθος του πηγαδιού είναι δέκα μέτρα”
“εδώ η λίμνη έχει μεγάλο βάθος”
“το σπήλαιο έχει ανυπολόγιστο βάθος”
“το βάθος της (ατομικής) έννοιας «Πανεπιστήμιο Αθηνών» είναι το σύνολο χαρακτηριστικών: {είναι πανεπιστήμιο, είναι στην Αθήνα, ιδρύθηκε το 1837, το πλήρες όνομά του είναι ...}”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.