HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νίκη | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/ˈni.ci/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του νικώ, η υπερίσχυση επί ενός αντιπάλου σε μάχη, εκλογές, αθλητικό αγώνα
  2. θεότητα της ελληνικής μυθολογίας, προσωποποίηση της νίκης στους αθλητικούς και πολεμικούς αγώνες
  3. γυναικείο όνομα
  4. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Ισοδύναμα

English Nike victory win

Παραδείγματα

“Σαρωτική νίκη κατήγαγε το κόμμα μας στις χτεσινές εκλογές.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νίκη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course