HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

νίκη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈni.ci

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του νικώ, η υπερίσχυση επί ενός αντιπάλου σε μάχη, εκλογές, αθλητικό αγώνα
  2. θεότητα της ελληνικής μυθολογίας, προσωποποίηση της νίκης στους αθλητικούς και πολεμικούς αγώνες
  3. γυναικείο όνομα
  4. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Ισοδύναμα

23 more languages
Azərbaycan diliqələbəzəfər
БългарскиНике
DeutschNikeSieg
Esperantovenko
עבריתניקה
Bahasa Indonesiawijaya
日本語ニーケー
Kurdînikewin
PortuguêsNicevitória
СрпскиničeNikaНика
Svenskaseger
TürkçeutkuZafer
УкраїнськаНікаперемо́га
中文勝利
繁體中文勝利

Παραδείγματα

“Σαρωτική νίκη κατήγαγε το κόμμα μας στις χτεσινές εκλογές.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη νίκη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free