Meaning of νίκη | Babel Free
/ˈni.ci/Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του νικώ, η υπερίσχυση επί ενός αντιπάλου σε μάχη, εκλογές, αθλητικό αγώνα
- θεότητα της ελληνικής μυθολογίας, προσωποποίηση της νίκης στους αθλητικούς και πολεμικούς αγώνες
- γυναικείο όνομα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Παραδείγματα
“Σαρωτική νίκη κατήγαγε το κόμμα μας στις χτεσινές εκλογές.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.