Meaning of χαρτί | Babel Free
/xaɾˈti/Ορισμοί
- λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ.
-
το πολύ λευκό ύφασμα figuratively
-
επίσημο έγγραφο familiar
- το τραπουλόχαρτο
Παραδείγματα
“έκφραση: έχω χαρτί σήμερα!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.