HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χαρτί | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/xaɾˈti/

Ορισμοί

  1. λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ.
  2. το πολύ λευκό ύφασμα
    figuratively
  3. επίσημο έγγραφο
    familiar
  4. το τραπουλόχαρτο

Ισοδύναμα

English paper tissue

Παραδείγματα

“έκφραση: έχω χαρτί σήμερα!”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χαρτί used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course