Meaning of καρέκλα | Babel Free
/kaˈɾe.kla/Ορισμοί
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καρεκλάς accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- έπιπλο κάθισμα για ένα άτομο με τέσσερα πόδια και πλάτη
-
αξίωμα, εξουσία figuratively
-
τραγούδι της ντίσκο dated, slang
Παραδείγματα
“Εκεί που πήγα να κάτσω, κάποιος μου τράβηξε την καρέκλα κι έπεσα στον κώλο μου!”
As I was going to sit down, someone pulled the chair out from under me and I fell on my arse!
“Αυτός μόνο για την καρέκλα του ενδιαφέρεται, όχι για τους ψηφοφόρους του.”
He only cares about his seat, not his constituents.
“αναπηρική καρέκλα: για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος”
“κάνει τα πάντα για την καρέκλα”
“ο Γιάννης ακούει μόνο καρέκλες”
“≋ ταυτόσημα: καρεκλάδικο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.