Σημασία του καρέκλα | Babel Free
kaˈɾe.klaΟρισμοί
Ισοδύναμα
Afrikaans
stoel
Català
cadira
Ελληνικά
θώκος
Esperanto
seĝo
Español
silla
Suomi
tuoli
Gàidhlig
cathair
Hrvatski
stolac
Magyar
szék
Հայերեն
աթոռ
Íslenska
stóll
Kurdî
seat
Lietuvių
kėdė
Latviešu
krēsls
Bahasa Melayu
kursi
Română
scaun
Shqip
karrige
Kiswahili
kiti
Türkçe
sandalye
中文
椅子
ZH-TW
椅子
IsiZulu
isihlalo
Παραδείγματα
“Εκεί που πήγα να κάτσω, κάποιος μου τράβηξε την καρέκλα κι έπεσα στον κώλο μου!”
As I was going to sit down, someone pulled the chair out from under me and I fell on my arse!
“Αυτός μόνο για την καρέκλα του ενδιαφέρεται, όχι για τους ψηφοφόρους του.”
He only cares about his seat, not his constituents.
“αναπηρική καρέκλα: για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος”
“κάνει τα πάντα για την καρέκλα”
“ο Γιάννης ακούει μόνο καρέκλες”
“≋ ταυτόσημα: καρεκλάδικο”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free