HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καρέκλα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/kaˈɾe.kla/

Ορισμοί

  1. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καρεκλάς
    accusative, genitive, singular, vocative
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. έπιπλο κάθισμα για ένα άτομο με τέσσερα πόδια και πλάτη
  4. αξίωμα, εξουσία
    figuratively
  5. τραγούδι της ντίσκο
    dated, slang

Ισοδύναμα

English chair seat

Παραδείγματα

“Εκεί που πήγα να κάτσω, κάποιος μου τράβηξε την καρέκλα κι έπεσα στον κώλο μου!”

As I was going to sit down, someone pulled the chair out from under me and I fell on my arse!

“Αυτός μόνο για την καρέκλα του ενδιαφέρεται, όχι για τους ψηφοφόρους του.”

He only cares about his seat, not his constituents.

“αναπηρική καρέκλα: για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος”
“κάνει τα πάντα για την καρέκλα”
“ο Γιάννης ακούει μόνο καρέκλες”
“≋ ταυτόσημα: καρεκλάδικο”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καρέκλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course