HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καρέκλα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
kaˈɾe.kla

Ορισμοί

  1. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καρεκλάς
    accusative, genitive, singular, vocative
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. έπιπλο κάθισμα για ένα άτομο με τέσσερα πόδια και πλάτη
  4. αξίωμα, εξουσία
    figuratively
  5. τραγούδι της ντίσκο
    dated, slang

Ισοδύναμα

35 more languages
Afrikaansstoel
Catalàcadira
Češtinakatedražidle
Danskstol
Ελληνικάθώκος
Esperantoseĝo
Suomituoli
Gàidhligcathair
Hrvatskistolac
Magyarszék
Հայերենաթոռ
Íslenskastóll
日本語椅椅子
Kurdîseat
Lietuviųkėdė
Latviešukrēsls
Bahasa Melayukursi
Nederlandsstoelzetel
Portuguêsassentocadeira
Românăscaun
Shqipkarrige
Kiswahilikiti
Tagalogsilyaupuan
Türkçesandalye
中文椅子
繁體中文椅子
isiZuluisihlalo

Παραδείγματα

“Εκεί που πήγα να κάτσω, κάποιος μου τράβηξε την καρέκλα κι έπεσα στον κώλο μου!”

As I was going to sit down, someone pulled the chair out from under me and I fell on my arse!

“Αυτός μόνο για την καρέκλα του ενδιαφέρεται, όχι για τους ψηφοφόρους του.”

He only cares about his seat, not his constituents.

“αναπηρική καρέκλα: για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος”
“κάνει τα πάντα για την καρέκλα”
“ο Γιάννης ακούει μόνο καρέκλες”
“≋ ταυτόσημα: καρεκλάδικο”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καρέκλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free