HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του καρέκλα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
kaˈɾe.kla

Ορισμοί

  1. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καρεκλάς
    accusative, genitive, singular, vocative
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. έπιπλο κάθισμα για ένα άτομο με τέσσερα πόδια και πλάτη
  4. αξίωμα, εξουσία
    figuratively
  5. τραγούδι της ντίσκο
    dated, slang

Ισοδύναμα

Afrikaans stoel
Català cadira
Čeština katedra židle židle
Dansk stol stol
Ελληνικά θώκος
English chair chair seat seat
Esperanto seĝo
Español silla
Suomi tuoli
Gàidhlig cathair
Hrvatski stolac
Magyar szék
Հայերեն աթոռ
Íslenska stóll
日本語 椅子
Kurdî seat
Lietuvių kėdė
Latviešu krēsls
Bahasa Melayu kursi
Nederlands stoel stoel zetel zetel
Português assento assento cadeira
Română scaun
Русский вести глава стул
Shqip karrige
Svenska föredra stol
Kiswahili kiti
Tagalog silya upuan upuan
Türkçe sandalye
Українська головувати качати
Tiếng Việt chủ toạ chủ trì ghè
中文 椅子
ZH-TW 椅子
IsiZulu isihlalo

Παραδείγματα

“Εκεί που πήγα να κάτσω, κάποιος μου τράβηξε την καρέκλα κι έπεσα στον κώλο μου!”

As I was going to sit down, someone pulled the chair out from under me and I fell on my arse!

“Αυτός μόνο για την καρέκλα του ενδιαφέρεται, όχι για τους ψηφοφόρους του.”

He only cares about his seat, not his constituents.

“αναπηρική καρέκλα: για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος”
“κάνει τα πάντα για την καρέκλα”
“ο Γιάννης ακούει μόνο καρέκλες”
“≋ ταυτόσημα: καρεκλάδικο”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καρέκλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free