Meaning of βουνό | Babel Free
/vuˈno/Ορισμοί
- μεγάλο ύψωμα του εδάφους
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
μεγάλος φόρτος εργασίας figuratively
- η ορεινή εξοχή
Ισοδύναμα
English
mountain
Παραδείγματα
“Το όρος Έβερεστ είναι το ψηλότερο βουνό της οροσειράς των Ιμαλαΐων.”
Mount Everest is the highest mountain in the Himalayan massif.
“ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν”
“άφησε τη δουλειά να μαζευτεί και τώρα του φαίνεται βουνό”
“πέρσι περάσαμε τις διακοπές μας στο βουνό”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.