HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βουνό | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/vuˈno/

Ορισμοί

  1. μεγάλο ύψωμα του εδάφους
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. μεγάλος φόρτος εργασίας
    figuratively
  4. η ορεινή εξοχή

Ισοδύναμα

English mountain

Παραδείγματα

“Το όρος Έβερεστ είναι το ψηλότερο βουνό της οροσειράς των Ιμαλαΐων.”

Mount Everest is the highest mountain in the Himalayan massif.

“ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν”
“άφησε τη δουλειά να μαζευτεί και τώρα του φαίνεται βουνό”
“πέρσι περάσαμε τις διακοπές μας στο βουνό”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βουνό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course