Meaning of ένταλμα | Babel Free
/ˈɛn.dal.ma/Ορισμοί
- επίσημη εντολή, με την οποία διατάζεται η εκτέλεση κάποιας πράξης
- ενταλτήριο
Ισοδύναμα
English
warrant
Παραδείγματα
“※ Και μέχρι βεβαίως να κριθεί από τους Γερμανούς αν οι ελληνικές αιτιάσεις έχουν έδαφος στο γερμανικό δίκαιο, το περιβόητο ένταλμα σύλληψης θα παραμένει ανεκτέλεστο. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 28/5/2009)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.