εντάλματα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένταλμα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Ο δικαστής υπέγραψε τα εντάλματα σύλληψης.”
The judge signed the arrest warrants.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free