Meaning of ευτυχία | Babel Free
/ef.tiˈçi.a/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης που πηγάζει από την επίτευξη κάποιων στόχων
- καλή τύχη
Ισοδύναμα
English
happiness
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: χαρά”
“≈ συνώνυμα: καλοτυχία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.