Meaning of φυλή | Babel Free
/fiˈli/Ορισμοί
- πληθυσμιακή ομάδα ανθρώπων με κοινή καταγωγή και κοινά γενετικά χαρακτηριστικά
- γυναικείο όνομα
- δήμος της αρχαίας Αθήνας
- το έθνος
- κωμόπολη της Αττικής
- ομάδα με κοινά γνωρίσματα και κοινό τρόπο ζωής
- Νέα: χωριό του νομού Σερρών
-
ομάδα με ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά figuratively
Παραδείγματα
“λευκή / μαύρη / κίτρινη φυλή”
“η ελληνική φυλή”
“η φυλή των Πυγμαίων / των Ινδιάνων”
“οι φυλές της πόλης / των παραθεριστών / των εφήβων”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.