Meaning of φύλο | Babel Free
/ˈfi.lo/Ορισμοί
- το καθένα από τα δύο γένη (ανδρικό - γυναικείο) στα οποία διαιρούνται τα έμβια όντα, ανάλογα με τα αναπαραγωγικά τους όργανα.
- τα γεννητικά όργανα
- σύνολο ανθρώπων με κοινή καταγωγή και αυτόνομη κοινωνικοπολιτική συγκρότηση· φυλή
- ταξινομική βαθμίδα κατώτερη από την οικογένεια και ανώτερη του είδους
Παραδείγματα
“το ωραίο φύλο”
the fair sex
“Στην ταυτότητα αναγράφεται το φύλο: άρρεν, θήλυ. Σε ορισμένες χώρες η αναγραφή φύλου έχει καταργηθεί.”
Gender is indicated on identity cards: male, female. In certain countries, the entry for gender has been abolished.
“τα βαρβαρικά φύλα”
the barbarian tribes
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.