Σημασία του διάθεση | Babel Free
Ορισμοί
- Η συναισθηματική κατάσταση
- το να διαθέτεις (δίνεις, χορηγείς ή πωλείς) σε κάποιον άλλον χρήματα, αγαθά, υπηρεσίες
- ετοιμότητα
- το να διαθέτεις τον εαυτό σου σε κάποιον, να είσαι έτοιμος να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου
- για κάτι που είναι έτοιμο να χρησιμοποιηθεί αν υπάρξει ανάγκη
- ιδιότητα του ρήματος, η οποία αφορά τη σχέση της ενέργειας που αυτο εκφράζει προς το υποκείμενο και η οποία είναι ανεξάρτητη από τη φωνή
Ισοδύναμα
Български
разположение
Bosanski
špirit
Dansk
rådighed
Deutsch
Ader
Anlage
Diathese
Disposition
dispositiv
Genus Verbi
Gliederung
Laune
lüst
Lust
Modus
Neigung
Stimmung
Verfügung
Ελληνικά
έγκλιση
English
at someone's disposal
attitude
Diathesis
Disposal
disposition
Disposition
mood
mood
spirit
voice
voice
Hrvatski
špirit
Italiano
carattere
condizionale
condizionale
dispositivo
dispositivo
disposizione
indole
modo
nervoso
nervoso
predisposizione
temperamento
tenore
tenore
umore
Nederlands
atmosfeer
beschikking
diathese
dictum
disponibel
dispositie
geestestoestand
humeur
moed
stemming
Polski
do dyspozycji
dyspozycja
humor
nastrój
nastrojowy
samopoczucie
skłonność
tryb
tryb łączący
usposobienie
Русский
авантюрность
диатез
диспозиция
наклонение
настрое́ние
нрав
расположение
распоряже́ние
склад
склонность
стих
Српски
špirit
Svenska
förfogande
Tiếng Việt
tính nết
中文
語氣
ZH-TW
語氣
Παραδείγματα
“Οι παίκτες της ομάδας επέστρεψαν από τις διακοπές τους και τέθηκαν στην διάθεση του προπονητή.”
The squad has returned from their holidays and are available to the coach.
“Σήμερα έχασα το ρολόι μου και δεν έχω διάθεση να διασκεδάσω.”
I lost my watch today and I am in no mood to enjoy myself.
“αγωνιστική διάθεση”
fighting spirit
“※ Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι όταν νιώθουμε έτσι, ο χρόνος που περνάμε στην οθόνη επιβαρύνει τη διάθεσή μας αντί να τη βελτιώνει. Οι οθόνες μάς κάνουν να νιώθουμε πιο μόνοι, πιο ξεκομμένοι και λιγότερο ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας. (www.kathimerini.gr, 04.01.2024)”
“Η όρεξη για κάποια δραστηριότητα· η ψυχολογική τάση να κάνεις κάτι”
“απαγορεύεται η διάθεση των προϊόντων αυτών στα περίπτερα”
“※ Δεν είναι πάντα αναγκαίο, βέβαια, αυτή η πολιτική βούληση να συνδυάζεται με τη διάθεση δημοσίου χρήματος, παρατηρεί ο κ. Χατζηβασιλειάδης για να συμπληρώσει: (www.kathimerini.gr, 10.10.2004)”
“έξοδα διάθεσης: (λογιστική, για εμπορεύματα και προϊόντα) αφορά την αποθήκευση, την προετοιμασία για πώληση, την προώθηση, την διαφήμιση, την παράδοση στους πελάτες, κλπ.”
“οι παίκτες της ομάδας επέστρεψαν από τις διακοπές τους και τέθηκαν στη διάθεση του προπονητή”
“είμαι στη διάθεσή σας να το συζητήσουμε”
“στη διάθεση της υπηρεσίας: για δημόσιους υπαλλήλους που δεν έχουν τοποθετηθεί σε οργανική θέση”
“※ «Ξέρω ότι η ακρίβεια, ειδικά στα τρόφιμα, είναι επίμονη. Ομως η κυβέρνηση θα είναι πάντα εδώ και θα χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της έτσι ώστε να περιορίσει το πρόβλημα όσο το δυνατόν περισσότερο», είναι το μήνυμά του στο τελευταίο story. (www.kathimerini.gr, 11.11.2023)”
“ενεργητική διάθεση όταν ενεργεί το υποκείμενο (π.χ. χτυπώ το κουδούνι)”
“μέση διάθεση όταν το υποκείμενο ενεργεί αλλά και ταυτόχρονα είναι δέκτης της ενέργειάς του (π.χ. χτυπιέμαι, οδύρομαι)”
“παθητική διάθεση όταν το υποκείμενο δέχεται την ενέργεια άλλου (π.χ. χτυπήθηκα από αυτοκίνητο, το παράθυρο έκλεισε από το δυνατό άνεμο)”
“ουδέτερη διάθεση όταν το ρήμα εκφράζει μια ενεργειακή κατάσταση χωρις δράση (κοιμάμαι)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free