διάθεση
Ορισμοί
- Η συναισθηματική κατάσταση
- το να διαθέτεις (δίνεις, χορηγείς ή πωλείς) σε κάποιον άλλον χρήματα, αγαθά, υπηρεσίες
- ετοιμότητα
- το να διαθέτεις τον εαυτό σου σε κάποιον, να είσαι έτοιμος να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου
- για κάτι που είναι έτοιμο να χρησιμοποιηθεί αν υπάρξει ανάγκη
- ιδιότητα του ρήματος, η οποία αφορά τη σχέση της ενέργειας που αυτο εκφράζει προς το υποκείμενο και η οποία είναι ανεξάρτητη από τη φωνή
Ισοδύναμα
22 more languages
Българскиразположение
Bosanskišpirit
Danskrådighed
DeutschAderAnlageDiatheseDispositiondispositivGenus VerbiGliederungLauneLustlüstModusNeigungStimmungVerfügung
Ελληνικάέγκλιση
Hrvatskišpirit
Italianocaratterecondizionaledispositivodisposizioneindolemodonervosopredisposizionetemperamentotenoreumore
Polskido dyspozycjidyspozycjahumornastrójnastrojowysamopoczucieskłonnośćtrybtryb łączącyusposobienie
Русскийавантюрностьдиатездиспозициянаклонениенастрое́ниенраврасположениераспоряже́ниескладсклонностьстих
Српскиšpirit
Svenskaförfogande
Tiếng Việttính nết
中文語氣
繁體中文語氣
Παραδείγματα
“Οι παίκτες της ομάδας επέστρεψαν από τις διακοπές τους και τέθηκαν στην διάθεση του προπονητή.”
The squad has returned from their holidays and are available to the coach.
“Σήμερα έχασα το ρολόι μου και δεν έχω διάθεση να διασκεδάσω.”
I lost my watch today and I am in no mood to enjoy myself.
“αγωνιστική διάθεση”
fighting spirit
“※ Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι όταν νιώθουμε έτσι, ο χρόνος που περνάμε στην οθόνη επιβαρύνει τη διάθεσή μας αντί να τη βελτιώνει. Οι οθόνες μάς κάνουν να νιώθουμε πιο μόνοι, πιο ξεκομμένοι και λιγότερο ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας. (www.kathimerini.gr, 04.01.2024)”
“Η όρεξη για κάποια δραστηριότητα· η ψυχολογική τάση να κάνεις κάτι”
“απαγορεύεται η διάθεση των προϊόντων αυτών στα περίπτερα”
“※ Δεν είναι πάντα αναγκαίο, βέβαια, αυτή η πολιτική βούληση να συνδυάζεται με τη διάθεση δημοσίου χρήματος, παρατηρεί ο κ. Χατζηβασιλειάδης για να συμπληρώσει: (www.kathimerini.gr, 10.10.2004)”
“έξοδα διάθεσης: (λογιστική, για εμπορεύματα και προϊόντα) αφορά την αποθήκευση, την προετοιμασία για πώληση, την προώθηση, την διαφήμιση, την παράδοση στους πελάτες, κλπ.”
“οι παίκτες της ομάδας επέστρεψαν από τις διακοπές τους και τέθηκαν στη διάθεση του προπονητή”
“είμαι στη διάθεσή σας να το συζητήσουμε”
“στη διάθεση της υπηρεσίας: για δημόσιους υπαλλήλους που δεν έχουν τοποθετηθεί σε οργανική θέση”
“※ «Ξέρω ότι η ακρίβεια, ειδικά στα τρόφιμα, είναι επίμονη. Ομως η κυβέρνηση θα είναι πάντα εδώ και θα χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της έτσι ώστε να περιορίσει το πρόβλημα όσο το δυνατόν περισσότερο», είναι το μήνυμά του στο τελευταίο story. (www.kathimerini.gr, 11.11.2023)”
“ενεργητική διάθεση όταν ενεργεί το υποκείμενο (π.χ. χτυπώ το κουδούνι)”
“μέση διάθεση όταν το υποκείμενο ενεργεί αλλά και ταυτόχρονα είναι δέκτης της ενέργειάς του (π.χ. χτυπιέμαι, οδύρομαι)”
“παθητική διάθεση όταν το υποκείμενο δέχεται την ενέργεια άλλου (π.χ. χτυπήθηκα από αυτοκίνητο, το παράθυρο έκλεισε από το δυνατό άνεμο)”
“ουδέτερη διάθεση όταν το ρήμα εκφράζει μια ενεργειακή κατάσταση χωρις δράση (κοιμάμαι)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free