Meaning of διαθεσιμότητα | Babel Free
Ορισμοί
- η κατάσταση κατά την οποία ένας (δημόσιος) υπάλληλος ή στρατιωτικός έχουν απομακρυνθεί προσωρινά από την υπηρεσία τους για διάφορους λόγους
- η κατάσταση κατά την οποία ένας αξιωματικός που έχει τραυματιστεί σοβαρά αποστρατεύεται, λαμβάνοντας όμως κανονικά τις αποδοχές και τις προαγωγές του
- το να βρίσκεται κάποιος ή κάτι στη διάθεση άλλων, να μπορεί να διατεθεί
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η ομοσπονδία είχε καταγγείλει αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση των «πινάκων της ντροπής» την ενέργεια του υπουργείου να προχωρήσει στην υλοποίηση του νόμου για τις διαθεσιμότητες των εκπαιδευτικών πριν ακόμη αυτός συζητηθεί και ψηφιστεί στη Βουλή. (*)”
“Το αλεύρι είναι το κύριο συστατικό του ψωμιού, το οποίο είναι βασικό τρόφιμο σε πολλές χώρες, και επομένως η διαθεσιμότητα και επάρκεια του αλευριού είναι συχνά ένα σημαντικό οικονομικό και πολιτικό ζήτημα. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.