διαθέτης
Ορισμοί
αυτός που με διαθήκη (ή άλλο νομικά δεσμευτικό έγγραφο) διαθέτει/παραχωρεί κάτι σε κάποιον
Ισοδύναμα
17 more languages
العربيةوصي
Češtinazůstavitel
Ελληνικάκληροδότης
Gaeilgetiomnóir
Italianotestatore
日本語遺言者
Kurdîwasî
Nederlandserflater
Svenskaarvlåtare
Παραδείγματα
“Near-synonym: κληροδότης m (klirodótis)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free