Σημασία του διαθέτης | Babel Free
ði.aˈθe.tisΟρισμοί
αυτός που με διαθήκη (ή άλλο νομικά δεσμευτικό έγγραφο) διαθέτει/παραχωρεί κάτι σε κάποιον
Ισοδύναμα
العربية
وصي
Čeština
zůstavitel
Ελληνικά
κληροδότης
English
Testator
Gaeilge
tiomnóir
Italiano
testatore
日本語
遺言者
Kurdî
wasî
Nederlands
erflater
Svenska
arvlåtare
Παραδείγματα
“Near-synonym: κληροδότης m (klirodótis)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free