HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διαθήκη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
ðiaˈθici

Ορισμοί

  1. έγγραφο που περιλαμβάνει τις τελευταίες επιθυμίες κάποιου καθώς και τον τρόπο που επιθυμεί να μοιραστεί η περιουσία του
  2. συμβουλή, παραίνεση
    broadly
  3. : συμφωνία

Ισοδύναμα

Españoltestamento
Françaistestament
28 more languages
العربيةوصية
Bosanskitestament
Catalàtestament
Češtinazákon
DeutschTestament
Esperantotestamento
Gaeilgetiomna
Italianotestamento
日本語遺書
한국어유언
Kurdîwesyet
Lietuviųtestamentas
Nederlandstestament
Polskitestament
Portuguêstestamento
Românătestament
Русскийзавещание
Српскиtestament
Українськазаповіт
Tiếng Việtdi chúc
中文遺囑
繁體中文遺囑

Παραδείγματα

“Ο παππούς άφησε τη διαθήκη του στον συμβολαιογράφο.”

Grandfather left his will with the notary.

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διαθήκη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free