HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

οργή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
orˈʝi

Ορισμοί

  1. έντονος θυμός που προκαλείται από κάτι δυσάρεστο και εκδηλώνεται με επιθετικότητα και εκδικητική συμπεριφορά
  2. το ξέσπασμα του θυμού

Ισοδύναμα

14 more languages
Българскигняв
Češtinavztek
Ελληνικάμένος
Esperantokolero
עבריתזעם
Magyarharag
Nederlandstoornwoede
Polskigniew
Portuguêsirairá
Русскийгнев
Tagaloggalit
Türkçegayz
Tiếng Việtlôi đình

Παραδείγματα

“Η οργή του ήταν φανερή σε όλους.”

His anger was evident to everyone.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη οργή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free