Σημασία του μένος | Babel Free
ˈme.nosΟρισμοί
- ανδρικό όνομα
- επιθετική ορμή που συνοδεύεται συχνά από οργή, μανία
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μένου)
Ισοδύναμα
Беларуская
варо́жасць
Български
неприязън
Gàidhlig
gairge
Galego
animosidade
한국어
적의
Latviešu
niknums
Slovenčina
nepriateľstvo
Svenska
vildsinthet
Українська
воро́жість
Tiếng Việt
lôi đình
Παραδείγματα
“οι οπαδοί του γηπεδούχου επιτέθηκαν με μένος εναντίον του διαιτητή”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free