Meaning of αγρίεμα | Babel Free
Ορισμοί
- το να γίνεσαι άγριος απέναντι σε κάποιον, να προσπαθείς να τον φοβίσεις
- το αποτέλεσμα του αγριεύω (στην έκφραση του προσώπου)
- το αποτέλεσμα του αγριεύω (για καιρικά φαινόμενα)
- το αποτέλεσμα του αγριεύομαι, ο αιφνίδιος φόβος που νιώθει κάποιος όταν βρίσκεται μόνος σε ένα έρημο ή σκοτεινό μέρος
Ισοδύναμα
English
Wildness
Παραδείγματα
“το ξαφνικό αγρίεμα της μορφής του έδειχνε ότι κάποια σκέψη άρχισε να τον βασανίζει”
“το ξαφνικό αγρίεμα της θάλασσας έκανε τους ψαράδες να τρέξουν στην παραλία ανήσυχοι για τις βάρκες τους”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.