Σημασία του λύσσα | Babel Free
ˈlisaΟρισμοί
- λοιμώδης νόσος χωρίς εξάνθημα, ιογενής και μολυσματική ασθένεια των σαρκοβόρων ζώων, η οποία μεταδίδεται από δάγκωμα προσβεβλημένου ζώου σε άλλο, προκαλεί συνήθως θάνατο και προσβάλλει και τον άνθρωπο. Κύριο σύμπτωμά της είναι η παράλυση του νευρικού συστήματος
- γυναικείο όνομα
-
μεγάλη ορμή, ακατάσχετη μανία figuratively
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Λύσσας)
-
παράφορη οργή figuratively
-
πάρα πολύ αλμυρό φαγητό figuratively
-
η μεγάλη πείνα figuratively
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
quduzluq
Български
бяс
Català
ràbia
Čeština
vzteklina
Dansk
hundegalskab
فارسی
هاری
Gàidhlig
gairge
Galego
rabia
עברית
כלבת
Magyar
veszettség
Հայերեն
կատաղություն
ქართული
ცოფი
ខ្មែរ
ឆ្កែឆ្កួត
한국어
광견병
ລາວ
ວໍ້
Македонски
беснило
Malti
qell
မြန်မာဘာသာ
ခွေးရူးပြန်ရောဂါ
Русский
бешенство
Slovenčina
besnota
Svenska
rabies
Kiswahili
ukali
ไทย
พิษสุนัขบ้า
Tagalog
rabis
Türkçe
kuduz
Українська
сказ
Παραδείγματα
“Φύγε μακριά απ’ αυτό το σκυλί· έχει λύσσα και αν σε δαγκώσει, τελείωσες.”
Get away from that dog; it has rabies and if it bites you, you're finished.
“Η θάλασσα χτυπούσε με λύσσα πάνω στα βράχια.”
The sea bashed the rocks with fury.
“Έχω λύσσα για τον τζόγο.”
I am obsessed with gambling.
“Αυτά τα μπιφτέκια είναι λύσσα.”
These burgers are way too salty.
“Ας βρούμε κάνα εστιατόριο, έχω λύσσα.”
Let's find a restaurant, I'm famished.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free