λύσσα
Ορισμοί
- λοιμώδης νόσος χωρίς εξάνθημα, ιογενής και μολυσματική ασθένεια των σαρκοβόρων ζώων, η οποία μεταδίδεται από δάγκωμα προσβεβλημένου ζώου σε άλλο, προκαλεί συνήθως θάνατο και προσβάλλει και τον άνθρωπο. Κύριο σύμπτωμά της είναι η παράλυση του νευρικού συστήματος
- γυναικείο όνομα
-
μεγάλη ορμή, ακατάσχετη μανία figuratively
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Λύσσας)
-
παράφορη οργή figuratively
-
πάρα πολύ αλμυρό φαγητό figuratively
-
η μεγάλη πείνα figuratively
Ισοδύναμα
44 more languages
Azərbaycan diliquduzluq
Българскибяс
Catalàràbia
Češtinavzteklina
Danskhundegalskab
فارسیهاری
Gàidhliggairge
Galegorabia
עבריתכלבת
Magyarveszettség
Հայերենկատաղություն
ქართულიცოფი
ភាសាខ្មែរឆ្កែឆ្កួត
한국어광견병
ລາວວໍ້
Македонскибеснило
Maltiqell
မြန်မာခွေးရူးပြန်ရောဂါ
Русскийбешенство
Slovenčinabesnota
Svenskarabies
Kiswahiliukali
ไทยพิษสุนัขบ้า
Tagalograbis
Türkçekuduz
Українськасказ
Παραδείγματα
“Φύγε μακριά απ’ αυτό το σκυλί· έχει λύσσα και αν σε δαγκώσει, τελείωσες.”
Get away from that dog; it has rabies and if it bites you, you're finished.
“Η θάλασσα χτυπούσε με λύσσα πάνω στα βράχια.”
The sea bashed the rocks with fury.
“Έχω λύσσα για τον τζόγο.”
I am obsessed with gambling.
“Αυτά τα μπιφτέκια είναι λύσσα.”
These burgers are way too salty.
“Ας βρούμε κάνα εστιατόριο, έχω λύσσα.”
Let's find a restaurant, I'm famished.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free