HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λύσσα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈlisa

Ορισμοί

  1. λοιμώδης νόσος χωρίς εξάνθημα, ιογενής και μολυσματική ασθένεια των σαρκοβόρων ζώων, η οποία μεταδίδεται από δάγκωμα προσβεβλημένου ζώου σε άλλο, προκαλεί συνήθως θάνατο και προσβάλλει και τον άνθρωπο. Κύριο σύμπτωμά της είναι η παράλυση του νευρικού συστήματος
  2. γυναικείο όνομα
  3. μεγάλη ορμή, ακατάσχετη μανία
    figuratively
  4. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Λύσσας)
  5. παράφορη οργή
    figuratively
  6. πάρα πολύ αλμυρό φαγητό
    figuratively
  7. η μεγάλη πείνα
    figuratively

Ισοδύναμα

44 more languages
Azərbaycan diliquduzluq
Българскибяс
Catalàràbia
Češtinavzteklina
فارسیهاری
Gàidhliggairge
Galegorabia
עבריתכלבת
Bahasa Indonesiaanjing gilarabies
ქართულიცოფი
ភាសាខ្មែរឆ្កែឆ្កួត
한국어광견병
ລາວວໍ້
Македонскибеснило
Maltiqell
Portuguêsfúriaraiva
Românărabieturbare
Русскийбешенство
Slovenčinabesnota
Svenskarabies
Kiswahiliukali
Tagalograbis
Türkçekuduz
Українськасказ
Tiếng Việtbệnh dạidãi

Παραδείγματα

“Φύγε μακριά απ’ αυτό το σκυλί· έχει λύσσα και αν σε δαγκώσει, τελείωσες.”

Get away from that dog; it has rabies and if it bites you, you're finished.

“Η θάλασσα χτυπούσε με λύσσα πάνω στα βράχια.”

The sea bashed the rocks with fury.

“Έχω λύσσα για τον τζόγο.”

I am obsessed with gambling.

“Αυτά τα μπιφτέκια είναι λύσσα.”

These burgers are way too salty.

“Ας βρούμε κάνα εστιατόριο, έχω λύσσα.”

Let's find a restaurant, I'm famished.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λύσσα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free