Meaning of φύση | Babel Free
/ˈfi.si/Ορισμοί
- ο φυσικός κόσμος, η πλάση, καθετί ανόργανο και οργανικό -συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου- που υπάρχει και μεταβάλλεται ανεξάρτητα από τη βούληση του ανθρώπου.
- μέρος της επιφάνειας του πλανήτη Γη όπου δεν έχει παρέμβει ή εγκατασταθεί ο άνθρωπος
- το ποιόν, η φτιασιά, ο βαθύτερος και ιδιαίτερος χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή πράγματος
- τα γεννητικά όργανα
Ισοδύναμα
English
nature
Παραδείγματα
“Η αστροφυσική, η γεωλογία, η ωκεανολογία, η μετεωρολογία, η χημεία, η πυρηνική φυσική, ανατομία, η ιατρική, η γεωπονία και η οικολογία είναι μερικές από τις επιστήμες που μελετούν τη φύση, γι' αυτό ονομάζονται φυσικές επιστήμες.”
“άγρια φύση, η ομορφιά της φύσης”
“η ορειβασία είναι ένας καλός τρόπος να βρεθεί κανείς κοντά στη φύση”
“η θνητή φύση του ανθρώπου”
“η παροδική φύση ενός φαινομένου”
“ο τάδε έχει καλλιτεχνική φύση, ο δείνα είναι φύσει αθυρόστομος και βωμολόχος”
“Συζητήθηκαν θέματα νομικής φύσεως.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.