Meaning of τέλειος | Babel Free
/ˈte.li.os/Ορισμοί
- που έχει φτάσει στην τελειότητα· ιδανικός, ολοκληρωμένος, χωρίς ελάττωμα, αψεγάδιαστος, άψογος
- που κατέχει στον ύψιστο βαθμό μια ιδιότητα, ακόμη και αρνητική
Παραδείγματα
“π.χ. τέλειος βλάκας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.