HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τέλειος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1 Frequent
/ˈte.li.os/

Ορισμοί

  1. που έχει φτάσει στην τελειότητα· ιδανικός, ολοκληρωμένος, χωρίς ελάττωμα, αψεγάδιαστος, άψογος
  2. που κατέχει στον ύψιστο βαθμό μια ιδιότητα, ακόμη και αρνητική

Παραδείγματα

“π.χ. τέλειος βλάκας”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τέλειος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course