Meaning of ιδανικός | Babel Free
/i.ða.niˈkos/Ορισμοί
- που μπορούμε να τον έχουμε ως πρότυπο, γιατί είναι άψογος ή τέλειος, χωρίς μειονεκτήματα
- που δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά υφίσταται μόνο ως ιδέα
- ιδανικό:
- ο σημαντικός και υψηλός στόχος ή σκοπός που προσπαθεί να πετύχει ή εκπληρώσει κάποιος
- η (ηθική κυρίως) αξία που θέτει κάποιος ως βάση της προσωπικής του πορείας
Ισοδύναμα
English
ideal
Παραδείγματα
“Έχει το ιδανικό βάρος.”
He is the ideal weight.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.