ιδανικός
Ορισμοί
- που μπορούμε να τον έχουμε ως πρότυπο, γιατί είναι άψογος ή τέλειος, χωρίς μειονεκτήματα
- που δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά υφίσταται μόνο ως ιδέα
- ιδανικό:
- ο σημαντικός και υψηλός στόχος ή σκοπός που προσπαθεί να πετύχει ή εκπληρώσει κάποιος
- η (ηθική κυρίως) αξία που θέτει κάποιος ως βάση της προσωπικής του πορείας
Παραδείγματα
“Έχει το ιδανικό βάρος.”
He is the ideal weight.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free