Meaning of αεροδρόμιο | Babel Free
/a.e.ɾoˈðɾo.mi.o/Ορισμοί
επίπεδη περιοχή στην ξηρά ή στο νερό με εγκαταστάσεις κι εξοπλισμό που εξυπηρετούν την προσγείωση, την απογείωση, τη φύλαξη και τον ανεφοδιασμό αεροσκαφών, καθώς και τη διακίνηση εμπορευμάτων κι επιβατών
Παραδείγματα
“Τα νησιά έχουν αεροδρόμια, μικρότερα από τον διεθνή αερολιμένα της πρωτεύουσας.”
Islands have airports, smaller than the international airport of the capital.
“στρατιωτικό / εμπορικό / διεθνές αεροδρόμιο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.