Meaning of ανά | Babel Free
Ορισμοί
πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε»
Παραδείγματα
“ανά δύο έτη”
every two years
“ανά άτομο, ανά δύο άτομα”
per person, per two people
“ανά την Ελλάδα”
throughout Greece
“ανά δύο έτη (κάθε δύο χρόνια), ανά δύο άτομα (ανά δυάδες), ανά άτομο”
“ανά την Ελλάδα (τοπική έννοια) σε διάφορα σημεία σε όλη την Ελλάδα”
“ανά τον κόσμο (σε όλο τον κόσμο)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.