Meaning of Κυριακή | Babel Free
/cirʝaˈci/Ορισμοί
- η πρώτη (ή, κατ' άλλους, η τελευταία) ημέρα της εβδομάδας, μετά το Σάββατο και πριν την Δευτέρα
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο
Ισοδύναμα
English
Sunday
Παραδείγματα
“Κάθε Κυριακή πρωί, πηγαίναμε στην εκκλησία.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.