HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

Κυριακή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
cirʝaˈci

Ορισμοί

  1. η πρώτη (ή, κατ' άλλους, η τελευταία) ημέρα της εβδομάδας, μετά το Σάββατο και πριν την Δευτέρα
  2. γυναικείο όνομα
  3. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

32 more languages
العربيةأولالأحد
Българскинеделя
Catalàdiumenge
Ελληνικάκυριακάτικος
Euskaraigande
Magyarvasárnap
Bahasa IndonesiaAhad
日本語日曜日
Қазақ тіліжексенбі
Lietuviųsekmadienis
Latviešusvētdiena
Nederlandszondag
Portuguêsdomingo
Slovenčinanedeľa
Slovenščinanedelja
Svenskasöndag
Türkçepazar
Українськанедільнийнеділя
中文星期日
繁體中文星期日

Παραδείγματα

“Κάθε Κυριακή πρωί, πηγαίναμε στην εκκλησία.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Κυριακή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free