Meaning of τροφή | Babel Free
/tɾoˈfi/Ορισμοί
- ουσία που καταναλώνεται από ένα οργανισμό για να διατηρηθεί αυτός στη ζωή
- οτιδήποτε τρώγεται
-
οτιδήποτε συντελεί στην ανάπτυξη κάποιου πράγματος figuratively
Παραδείγματα
“and less formal φαΐ n (faḯ)”
“Τα βιβλία είναι η τροφή της σκέψης.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.