Meaning of ψωμί | Babel Free
/psoˈmi/Ορισμοί
- είδος φαγητού που φτιάχνεται από αλεύρι, νερό και άλλα υλικά, και ψήνεται στον φούρνο, ο άρτος
-
το μεροκάματο figuratively
Ισοδύναμα
English
bread
Παραδείγματα
“and see expressions for earn my living”
“see expressions”
“Που δε ζει κανείς μόνο με ψωμί και νερό!”
“※ 2025 Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης”
“≈ συνώνυμα: άρτος”
“< υπώνυμα: καρβέλι, φραντζόλα”
“Δουλεύει για να βγάλει το ψωμί του.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.