γέφυρα
Ορισμοί
- κατασκευή που επιτρέπει το πέρασμα ανθρώπων, οχημάτων κλπ. πάνω από ποτάμια, χαράδρες, θαλάσσια στενά ή άλλα φυσικά ή ανθρωπογενή εμπόδια
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
οτιδήποτε διευκολύνει την προσέγγιση και την επικοινωνία ανθρώπων, ομάδων, κρατών κλπ. μεταξύ τους και συντελεί στην άμβλυνση των διαφορών ή των διαφωνιών figuratively
- κατασκεύασμα με ελάσματα και γεφυρώματα που τοποθετείται στα σημεία της οδοντοστοιχίας που λείπουν ένα ή περισσότερα δόντια
- το υπερυψωμένο επίπεδο ενός πλοίου πάνω από το κατάστρωμά του, όπου βρίσκονται τα συστήματα διακυβέρνησής του
- γυμναστική άσκηση κατά την οποία το σώμα του ασκούμενου λυγίζει προς τα πίσω, τα χέρια και τα πόδια ακουμπούν στο δάπεδο, ώστε ο κορμός να σχηματίζει τόξο
- δομή του οπίσθιου μέρους του εγκεφάλου
- μηχανισμός μεταφοράς δεδομένων από ένα ή πολλά σημεία αποθήκευσης σε ένα ή πολλά άλλα
- bridge: δικτυακή συσκευή που συνδέει δύο ή περισσότερα τοπικά δίκτυα (LAN) στο επίπεδο 2 του μοντέλου OSI
Ισοδύναμα
44 more languages
العربيةجسر
Catalàpont
Cymraegpont
Danskbro
Ελληνικάμπριτζ
Eestisild
Euskarazubi
فارسیپل
Gaeilgedroichead
עבריתגשר
Magyarhíd
Հայերենկամուրջ
Bahasa Indonesiapons
Íslenskabrú
ქართულიხიდი
Kurdîmost
Latinapons
Lietuviųtiltas
Latviešutilts
Македонскимост
Românăpod
Slovenčinamost
Slovenščinamost
Shqipurë
Svenskabro
Українськамостовий
Παραδείγματα
“κρεμαστή γέφυρα”
suspension bridge
“※ Εξακολουθούσα να ξυπνάω χαράματα, λες και θα πήγαινα στη γέφυρα για τιμόνι. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])”
“υπερώνυμα: συσκευή δικτύου”
“Δείτε επίσης: γέφυρα δικτύου στην Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free