Meaning of κατάστημα | Babel Free
/kaˈta.sti.ma/Ορισμοί
- ο χώρος ή το κτήριο όπου στεγάζει τις δραστηριότητές του ένας επαγγελματίας, έμπορος ή μία εταιρεία ώστε να έρχεται σε επαφή με τους πελάτες, να εκθέτει τα προς πώληση προϊόντα και να εκτελεί συναλλαγές
- το κτήριο όπου στεγάζεται μόνιμα μια δημόσια υπηρεσία, ένα κοινωφελές ίδρυμα, μια τράπεζα, ένας οργανισμός κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
shop
Παραδείγματα
“※ Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της οδού Αγίας Σοφίας, όπου οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έβλεπαν με καλό μάτι το διπλοπαρκάρισμα, καθώς θεωρούσαν –λανθασμένα– ότι αυτό ευνοούσε την κατανάλωση στα καταστήματά τους. (Λεωνίδας Μακρής, Άρης Δημοκίδης, Γιάννης Μπουτάρης: Η πολιτική αλλιώς, εκδ. Πατάκης, 2025)”
“κεντρικό κατάστημα ταχυδρομείου”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.