Meaning of μαγαζί | Babel Free
/ma.ɣaˈzi/Ορισμοί
- εμπορικό κατάστημα, οικοδόμημα που στεγάζει μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα
- και δείτε άλλες σημασίες στον πληθυντικό μαγαζιά
Ισοδύναμα
English
shop
Παραδείγματα
“※ «Που αγόρασες το πουκάμισο είπες;» / «Σε ένα μαγαζί». / «Και ποιός σ' το πούλησε εκεί; Ο ιδιοκτήτης, ο μαγαζάτορας;» (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης: Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)”
“※ τό μαγαζί ἄδειασε ἀπό πελάτες, οἱ ὑπάλληλοι πῆγαν στο παραμάγαζο νά φᾶν (Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης: Διηγήματα-Νουβέλες, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σιας, 2000, σελ. 52)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.