HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μαγαζί

Ουσιαστικό CEFR A2 Common
ma.ɣaˈzi

Ορισμοί

  1. εμπορικό κατάστημα, οικοδόμημα που στεγάζει μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα
  2. και δείτε άλλες σημασίες στον πληθυντικό μαγαζιά

Ισοδύναμα

15 more languages

Παραδείγματα

“※ «Που αγόρασες το πουκάμισο είπες;» / «Σε ένα μαγαζί». / «Και ποιός σ' το πούλησε εκεί; Ο ιδιοκτήτης, ο μαγαζάτορας;» (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης: Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)”
“※ τό μαγαζί ἄδειασε ἀπό πελάτες, οἱ ὑπάλληλοι πῆγαν στο παραμάγαζο νά φᾶν (Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης: Διηγήματα-Νουβέλες, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σιας, 2000, σελ. 52)”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μαγαζί σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free