Σημασία του απαιτεί | Babel Free
Ορισμοί
third-person singular present of απαιτώ (apaitó)
form-of, present, singular, third-person
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.