Meaning of συμβόλαιο | Babel Free
/siɱˈvo.le.o/Ορισμοί
η γραπτή συμφωνία με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις το ένα απέναντι στο άλλο
Παραδείγματα
“Coordinate term: συμφωνητικό (symfonitikó)”
“ασφαλιστήριο συμβόλαιο”
insurance policy
“συμβόλαιο αγοράς κατοικίας”
“το Κοινωνικό Συμβόλαιο είναι μια από τις θεμελιώδεις αντιλήψεις του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.