HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κελί | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent

Ορισμοί

  1. το μικρό δωμάτιο στη φυλακή ή στο κρατητήριο μέσα στο οποίο κρατούνται οι φυλακισμένοι
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. το μικρό δωμάτιο σε μονή στο οποίο μένει ο μοναχός
  4. το τμήμα μιας γραμμής ή μιας στήλης ενός πίνακα
  5. το κοίλο μέρος σε μία κηρήθρα, στο οποίο οι μέλισσες τοποθετούν τα αβγά τους προς εκκόλαψη ή το μέλι τους

Ισοδύναμα

English cell

Παραδείγματα

“κελί φυλακής”

prison cell

“τον κρατούσαν σε κελί τόσο στενό που δεν μπορούσε να ξαπλώσει”
“Άραγε τι περιμένει απ' το βράδυ ως το πρωί / στο στενό το παραθύρι που φωτίζει το κελί (Απόστολος Καλδάρας, Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι)”
“το τρίτο κελί της πέμπτης γραμμής έχει ορθογραφικό λάθος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κελί used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course