Meaning of κελί | Babel Free
Ορισμοί
- το μικρό δωμάτιο στη φυλακή ή στο κρατητήριο μέσα στο οποίο κρατούνται οι φυλακισμένοι
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- το μικρό δωμάτιο σε μονή στο οποίο μένει ο μοναχός
- το τμήμα μιας γραμμής ή μιας στήλης ενός πίνακα
- το κοίλο μέρος σε μία κηρήθρα, στο οποίο οι μέλισσες τοποθετούν τα αβγά τους προς εκκόλαψη ή το μέλι τους
Ισοδύναμα
English
cell
Παραδείγματα
“κελί φυλακής”
prison cell
“τον κρατούσαν σε κελί τόσο στενό που δεν μπορούσε να ξαπλώσει”
“Άραγε τι περιμένει απ' το βράδυ ως το πρωί / στο στενό το παραθύρι που φωτίζει το κελί (Απόστολος Καλδάρας, Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι)”
“το τρίτο κελί της πέμπτης γραμμής έχει ορθογραφικό λάθος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.