Meaning of κύτταρο | Babel Free
/ˈci.ta.ɾo/Ορισμοί
- η δομική και λειτουργική μονάδα των ζώντων οργανισμών (με εξαίρεση τους ιούς)
-
κάθε βασική δομική μονάδα figuratively
Ισοδύναμα
English
cell
Παραδείγματα
“Το κύτταρο αποτελεί τη θεμελιώδη μονάδα της ζωής.”
“αρχέγονα κύτταρα, βλαστικά κύτταρα, πλακώδη κύτταρα κ.λπ.”
“※ Τα κύτταρα Leydig εκκρίνουν ανδρογόνα με κύριο εκπρόσωπο την τεστοστερόνη (Η βιοσύνθεση των ανδρογόνων, Ηλεκτρονική Πύλη του Ασκληπιακού Πάρκου, ανακτήθηκε στις 17/5/2025 http://panacea.med.uoa.gr/topic.aspx?id=623)”
“Η οικογένεια είναι το κύτταρο της κοινωνίας.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.