Meaning of μοναστηράκι | Babel Free
/mo.na.stiˈɾa.ci/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- υποκοριστικό του μοναστήρι
- συνοικία της Αθήνας
- Μοναστηράκι: τοπωνύμιο
Παραδείγματα
“※ Στην αγορά του Mοναστηρακίου τα περισσότερα μαγαζιά είναι ανοικτά, τα προϊόντα λάμπουν πάνω στα ράφια, αλλά οι περαστικοί, ελάχιστοι, δίχως διάθεση για αγορές. (Τάσος Οικονόμου, Αυτοψία στο Μοναστηράκι: Δεν κάθονται ούτε για σουβλάκι οι Έλληνες, εφημ. Έθνος, 28 Μαΐου 2020)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.