HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μοναστηράκι | Babel Free

Noun CEFR C1
/mo.na.stiˈɾa.ci/

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. υποκοριστικό του μοναστήρι
  3. συνοικία της Αθήνας
  4. Μοναστηράκι: τοπωνύμιο

Παραδείγματα

“※ Στην αγορά του Mοναστηρακίου τα περισσότερα μαγαζιά είναι ανοικτά, τα προϊόντα λάμπουν πάνω στα ράφια, αλλά οι περαστικοί, ελάχιστοι, δίχως διάθεση για αγορές. (Τάσος Οικονόμου, Αυτοψία στο Μοναστηράκι: Δεν κάθονται ούτε για σουβλάκι οι Έλληνες, εφημ. Έθνος, 28 Μαΐου 2020)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μοναστηράκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course