HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ντους

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
dus

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. συσκευή στην οποία εκτοξέυεται νερό με πίεση για το πλύσιμο του σώματος κάποιου
  3. το πλύσιμο του σώματος, το μπάνιο, καταιόνηση, καταιονισμός

Ισοδύναμα

19 more languages
العربيةدوشوابل
Българскидуш
Bosanskibućmal
Catalàènema
Hrvatskibućmal
Հայերենհոգնա
日本語洗浄器
Kurdîmalدوش
Nederlandsspoelen
Српскиbućmal
Türkçemal
Українськадуш

Παραδείγματα

“Καθάρισε το ντους πριν βρωμίσει!”

Clean the shower before it becomes dirty!

“Κάνε κανένα ντους, γιατί βρωμάει ο ιδρώτας!”

Have a shower, will you, your sweat stinks!

“Επειδή σήμερα ίδρωσα πολύ, θα κάνω ένα ντους.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ντους σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free