Meaning of πουλιά | Babel Free
/[puˈʎa]/Ορισμοί
-
κοινή ονομασία του αστρικού σμήνους των Πλειάδων familiar
- γυναικείο επώνυμο
- μεταλλικός δίσκος, μικρού μεγέθους, που συνήθως ράβεται σε γυναικεία φορέματα ή κεντήματα σαν στολίδι
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούλι accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο όνομα
Παραδείγματα
“※ Η Μεγάλη Άρκτος έχει χαμηλώσει, η Πούλια ταξιδεύει πια κατά τα δυτικά.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.