Meaning of γραμμο- | Babel Free
Ορισμοί
- αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία της γραμμής
- πρόθημα που δηλώνει ότι η ποσότητα ή η μονάδα μέτρησης του δεύτερου συνθετικού αποτιμάται σε γραμμάρια, κυρίως σε όρους χημείας και φυσικής
Παραδείγματα
“γραμμοσκίαση”
“γραμμοάτομο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.