Meaning of νεκροταφείο | Babel Free
/nekɾotaˈfio/Ορισμοί
- τόπος προορισμένος για το θάψιμο ανθρώπων
-
τόπος όπου καταλήγει ένα σύνολο ξεπερασμένων ή κατεστραμμένων πραγμάτων figuratively
Ισοδύναμα
English
graveyard
Παραδείγματα
“Η διάσημη ηθοποιός θα ταφεί αύριο στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.”
The famous actress will be laid to rest tomorrow in the First Cemetery of Athens.
“Για βάλε λίγη μουσική, είναι σκέτο νεκροταφείο εδώ μέσα!”
Put on some music will you, it's like a graveyard in here!
“Το παλιό μου αμάξι πήγε στο νεκροταφείο αυτοκινήτων.”
My old car went to the car junkyard.
“η κηδεία του σκηνοθέτη θα γίνει το Σάββατο στο νεκροταφείο Χαλανδρίου”
“η αυλή του έμοιαζε με νεκροταφείο χαλασμένων αυτοκινήτων”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.