HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χορός | Babel Free

Noun masculine CEFR B2 Frequent
/xoˈɾos/

Ορισμοί

  1. το αποτέλεσμα, η ενέργεια του χορεύω, προκαθορισμένες ή αυθόρμητες ρυθμικές κινήσεις συνήθως με την συνοδεία μουσικής, τραγουδιού
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. πληθώρα με κάτι τραγικό, που παραπέμπει σε τραγωδία
  4. πληθώρα για κάτι που υποδηλώνει σπατάλη και ίσως παρατυπίες έως παρανομίες
  5. εκδήλωση εορταστική
  6. σώμα υποκριτών στην αρχαία τραγωδία από 12 και αργότερα 15 άτομα το οποίο έκανε χορευτικές κινήσεις και ερμήνευε το χορικό μέρος αυτής, το οποίο και αποτελούσε το λυρικό, μουσικό της κομμάτι
  7. χορωδία

Ισοδύναμα

English ball Chorus dance

Παραδείγματα

“κλασικός χορός, μπαλέτο, χορός της κοιλιάς (τσιφτετέλι), καλαματιανός, τσάμικος χορός, ανδρικός χορός, πολεμικός χορός,”
“ο χορός των μαρτύρων της χριστιανικής εκκλησίας”
“χορός εκατομμυρίων (με υπαινιγμό για φαγοπότι και διαπλοκή)”
“στήσανε χορό με τις επιδοτήσεις”
“χορός αποκριάτικος”
“εκκλησιαστικός χορός, ο χορός των αγγέλων”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χορός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course