Meaning of παραγωγή | Babel Free
/pa.ɾa.ɣoˈʝi/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω
- ό,τι παράγεται (υλικό ή πνευματικό)
- δραστηριότητα που έχει στόχο τη δημιουργία οικονομικών αγαθών και υπηρεσιών
- η επιμέλεια και η προσπάθεια για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης για τη δημιουργία μιας κινηματογραφικής ταινίας
- η παρουσίαση μιας ραδιοφωνικής εκπομπής καθώς και η επιλογή όσων παρουσιάζονται καθώς και η γενικότερη επιμέλεια
- ο σχηματισμός μιας λέξης με την προσθήκη προθημάτων, επιθημάτων ή προσφυμάτων σε άλλη λέξη
- η εξαγωγή συμπεράσματος σε κάποιον συλλογισμό με συλλογιστική πορεία από το γενικό στο μερικό / ειδικό
Ισοδύναμα
English
production
Παραδείγματα
“※ η παραγωγή είναι μια από τις διαδικασίες σχηματισμού λέξεων, στην οποία συνδυάζονται ένα λεξικό μόρφημα (ή θέμα) και ένα παραγωγικό μόρφημα.”
“※ Παραγωγή derivation. Η διαδικασία με την οποία δημιουργούνται καινούριες λέξεις με τον συνδυασμό λεξικών και παραγωγικών μορφημάτων και συνήθως των κλιτικών μορφημάτων. […] Η παραγωγή μπορεί να δημιουργήσει λέξεις που είτε ανήκουν είτε δεν ανήκουν στην ίδια γραμματική κατηγορία (μέρος του λόγου) με αυτή που ανήκει η λέξη η οποία έχει χρησιμοποιηθεί ως «βάση»”
“※ Σε ένα τέτοιο σύστημα, με αφετηρία κάποιες προτάσεις παράγονται άλλες, με βάση συγκεκριμένους κανόνες παραγωγής τους.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.