Meaning of παραγωγικότητα | Babel Free
/pa.ɾa.ɣo.ʝiˈko.ti.ta/Ορισμοί
- η ιδιότητα ή η ικανότητα του παραγωγικού
- το αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής σε σχέση με τα μέσα, τις συνθήκες και τους όρους παραγωγής
Ισοδύναμα
English
productivity
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.