Σημασία του παράγωγο | Babel Free
Ορισμοί
- κάτι που παράγεται από κάτι άλλο, παράγωγο προϊόν
-
αιτιατική ενικού του παραγωγός accusative, singular
- η λέξη που παράγεται από άλλη (Χρειάζεται επεξεργασία)
- επενδυτικό προϊόν του οποίου η αξία είναι συνάρτηση της αξίας περισσότερων ή ενός άλλου (συνήθως διαπραγματεύσιμου σε κάποια αγορά αξιών) αξιογράφου, μετρήσιμου αγαθού, κατάστασης ή φαινομένου
Ισοδύναμα
English
derivative
Παραδείγματα
“Το πετρέλαιο κίνησης είναι παράγωγο του αργού πετρελαίου.”
“{{βλ|και=2|όρος=1|σύνθετο|παραγωγή|σύνθεση]]”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free