Meaning of κατάσκοπος | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- που κατασκοπεύει εις βάρος μιας χώρας ή εταιρίας, προς όφελος μιας άλλης
- που παρακολουθεί κάποιον κρυφά
Ισοδύναμα
English
Spy
Παραδείγματα
“δόλιος παρεισφρέων που καταγράφει τεκταινόμενα, περιστατικά, δεδομένα, αρχεία κ.α.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.