HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κατάσκοπος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2 Frequent

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. που κατασκοπεύει εις βάρος μιας χώρας ή εταιρίας, προς όφελος μιας άλλης
  3. που παρακολουθεί κάποιον κρυφά

Ισοδύναμα

11 more languages

Παραδείγματα

“δόλιος παρεισφρέων που καταγράφει τεκταινόμενα, περιστατικά, δεδομένα, αρχεία κ.α.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κατάσκοπος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free