HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λάσπη | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/ˈlas.pi/

Ορισμοί

  1. χωριό της Ευρυτανίας, πρώην ονομασία του Αγίου Νικολάου
    dated
  2. μείγμα από χώμα και νερό, η παχύρρευστη μορφή που παίρνει το χώμα όταν δεχτεί μεγάλη ποσότητα βροχής
  3. μείγμα από χώμα, νερό και άλλα υλικά (όπως τσιμέντο άχυρα, ασβέστη), ως οικοδομικό υλικό
  4. το παχύρρευστο κατακάθι που σχηματίζεται στον πυθμένα δοχείων ή κοιλοτήτων με νερό
  5. η μορφή που παίρνουν κάποια υλικά (π.χ. ζυμαρικά, ρύζι), όταν παραβράσουν
    figuratively
  6. η συκοφαντία
    figuratively
  7. η ανηθικότητα, η ανήθικη ζωή
    figuratively

Ισοδύναμα

English Mire

Παραδείγματα

“※ Ἀλλ' ἔξαφνα μὲς στὴ βοὴ γενναῖο παλληκάρι / καβάλλα σὲ μοναστηριοῦ ἀβάστακτο μουλάρι, / ὡς τὸν ἀρχαῖον ἄγγελον τοῦ Μαραθῶνος τρέχει / κι' εἰς τοῦ Σταυροῦ τοὺς μαχητὰς φωνάζει ὅτι βρέχει. / Βροχὴ καὶ λάσπη πλάκωσε... κρῖμα καὶ πάλι κρῖμα... / κάτω ἀμέσως τἄρματα, μὴν προχωρῆτε βῆμα.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λάσπη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course