Σημασία του λάσπη | Babel Free
ˈlas.piΟρισμοί
-
χωριό της Ευρυτανίας, πρώην ονομασία του Αγίου Νικολάου dated
- μείγμα από χώμα και νερό, η παχύρρευστη μορφή που παίρνει το χώμα όταν δεχτεί μεγάλη ποσότητα βροχής
- μείγμα από χώμα, νερό και άλλα υλικά (όπως τσιμέντο άχυρα, ασβέστη), ως οικοδομικό υλικό
- το παχύρρευστο κατακάθι που σχηματίζεται στον πυθμένα δοχείων ή κοιλοτήτων με νερό
-
η μορφή που παίρνουν κάποια υλικά (π.χ. ζυμαρικά, ρύζι), όταν παραβράσουν figuratively
-
η συκοφαντία figuratively
-
η ανηθικότητα, η ανήθικη ζωή figuratively
Ισοδύναμα
Deutsch
Bote
Dreck
Fango
Korruptheit
Kot
Matsch
Schändlichkeit
Schandtat
Schlamm
schlämmen
Schlick
Verderbtheit
Verworfenheit
Magyar
sár
日本語
埿
한국어
洿
Kurdî
mirê
Latina
lutum
Русский
грязь
кольматировать
кольматироваться
коррумпированность
низость
няша
прода́жность
развращённость
Українська
корумпованість
Tiếng Việt
bùn
Παραδείγματα
“※ Ἀλλ' ἔξαφνα μὲς στὴ βοὴ γενναῖο παλληκάρι / καβάλλα σὲ μοναστηριοῦ ἀβάστακτο μουλάρι, / ὡς τὸν ἀρχαῖον ἄγγελον τοῦ Μαραθῶνος τρέχει / κι' εἰς τοῦ Σταυροῦ τοὺς μαχητὰς φωνάζει ὅτι βρέχει. / Βροχὴ καὶ λάσπη πλάκωσε... κρῖμα καὶ πάλι κρῖμα... / κάτω ἀμέσως τἄρματα, μὴν προχωρῆτε βῆμα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free