Meaning of φέρνω | Babel Free
/ˈfeɾ.no/Ορισμοί
- μεταφέρω κάτι, υλικό ή άυλο, για κάποιον
-
οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση figuratively
-
προκαλώ κατάσταση ή συναίσθημα figuratively
- εκφράζω, προβάλλω, προτείνω
- πετυχαίνω
- αποφέρω
-
μοιάζω σε κάτι ή κάποιον familiar
- φέρω
- σχηματίζω
- Φέρνει την ευθεία ΑΒ.
Ισοδύναμα
English
bring
Παραδείγματα
“Σας έφερα την εφημερίδα σας.”
“Οι όμορφες σερβιτότες φέρνουν πελάτες.”
“Τι νέα μας έφερες;”
“Τα νέα μάς έφεραν σε αδιέξοδο.”
“≈ συνώνυμα: εξωθώ”
“Μια χελιδόνα δεν φέρνει την άνοιξη.”
“Οι εξελίξεις έφεραν μεγάλη αναστάτωση.”
“Συνέχεια μας φέρνει νέες δικαιολογίες.”
“Όχι που δεν θα έφερνες αντίρρηση εσύ.”
“Έφερα εξάρες (η ζαριά στο τάβλι)”
“Έφερε ισοπαλία.”
“Οι επενδύσεις μας τελικά έφεραν κέρδη.”
“Φέρνει λιγάκι στον πατέρα του.”
“Η γεύση φέρνει προς το γλυκό.”
“≈ συνώνυμα: πλησιάζω”
“Φέρνει την ευθύνη για το περιστατικό.”
“≈ συνώνυμα: επωμίζομαι, κουβαλώ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.