Meaning of ίδρυμα | Babel Free
/ˈiðrima/Ορισμοί
- ο οργανισμός υπηρεσιών που συγκροτείται για κοινωφελείς σκοπούς
-
το κτήριο όπου στεγάζεται ο παραπάνω οργανισμός figuratively
- κάθε οργανισμός όπου δίνεται στέγη και τροφή σε άτομα που δεν μπορούν να αυτοεξυπητερηθούν (ψυχιατρείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο κ.λπ.)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Όταν δεν επιτρέπεται σε ένα παιδί να αφήσει το ίδρυμα και να ζήσει σε μια οικογένεια, επειδή οι ενήλικες σε αυτή την οικογένεια είναι ομόφυλο ζευγάρι, ποιος ιδρυματοποιεί; Το ίδρυμα ή οι νομοθέτες; (Το ανάπηρο (ελληνικό) Δημόσιο , liberal.gr, 25/04/2019 https://www.liberal.gr/apopsi/anapiro-elliniko-dimosio)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.